Προεκλαμψία και Σύνδρομο HELLP στην εγκυμοσύνη
Τι είναι η προεκλαμψία και το σύνδρομο HELLP;
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να εμφανιστούν ορισμένες διαταραχές που σχετίζονται με την αυξημένη αρτηριακή πίεση. Οι παθήσεις αυτές χρειάζονται προσεκτική παρακολούθηση, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τόσο την υγεία της εγκύου όσο και την ανάπτυξη του εμβρύου.
Στις υπερτασικές διαταραχές της κύησης περιλαμβάνονται:
Πού οφείλεται η προεκλαμψία;
Τα ακριβή αίτια των υπερτασικών διαταραχών της εγκυμοσύνης δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Ωστόσο, θεωρείται ότι σημαντικό ρόλο παίζει η μη φυσιολογική εμφύτευση και λειτουργία του πλακούντα, ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό της κύησης.
Όταν ο πλακούντας δεν αναπτύσσεται ή δεν αιματώνεται σωστά, ο οργανισμός της εγκύου μπορεί να αντιδράσει με τρόπο που επηρεάζει το κυκλοφορικό σύστημα. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η εμφάνιση αυξημένης πίεσης, αλλά και διαταραχές στη μικροκυκλοφορία σημαντικών οργάνων, όπως οι νεφροί, το ήπαρ και, πιο σπάνια, ο εγκέφαλος.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
εγκυμοσύνης
Η διάγνωση της προεκλαμψίας και των σχετικών υπερτασικών διαταραχών γίνεται με συνδυασμό κλινικής εξέτασης και εργαστηριακού ελέγχου.
Ο γιατρός μπορεί να αξιολογήσει:
Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει την πιο σωστή παρακολούθηση και την άμεση παρέμβαση όταν χρειάζεται.
Αντιμετώπιση και θεραπευτική παρακολούθηση
Η αντιμετώπιση της προεκλαμψίας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κατάστασης, την ηλικία κύησης και τη γενική εικόνα της μητέρας και του εμβρύου.
Συχνά περιλαμβάνει:
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα υποχωρούν μετά τον τοκετό. Παρ’ όλα αυτά, η προεκλαμψία, η υπέρταση κύησης, η εκλαμψία ή το σύνδρομο HELLP μπορεί να εμφανιστούν ή να επιδεινωθούν ακόμη και μετά τη γέννα. Επομένως, η περίοδος της λοχείας απαιτεί επίσης προσοχή και ιατρική παρακολούθηση.
Τα φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στον περιορισμό του κινδύνου επιπλοκών, όμως δεν αποτρέπουν πάντα την πιθανή επιδείνωση της νόσου. Για τον λόγο αυτό, η τακτική και εξειδικευμένη παρακολούθηση είναι καθοριστική.
Πρόληψη της προεκλαμψίας
Η προεκλαμψία δεν μπορεί πάντα να προβλεφθεί ή να αποφευχθεί. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σύγχρονες εξετάσεις που βοηθούν στον υπολογισμό του κινδύνου εμφάνισής της και επιτρέπουν την πιο στοχευμένη παρακολούθηση της εγκύου.
Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην έγκαιρη αναγνώριση των γυναικών που έχουν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν υπερτασική νόσο της κύησης.
Έλεγχος στο 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
Μέσω του screening προεκλαμψίας (Doppler μητριαίων αγγείων, PAPP-A, PlGF) μπορεί να προσδιοριστεί εάν μια έγκυος εμφανίζει υψηλή πιθανότητα εμφάνισης υπερτασικής νόσου κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν η πιθανότητα είναι υψηλή ακολουθεί θεραπεία με λήψη ασπιρίνης καθημερινά προκειμένου να μειωθεί σημαντικά ο κίνδυνος εμφάνισης της ασθένειας.
2o τρίμηνο της εγκυμοσύνης:
Μέσω της εξέτασης Doppler των μητριαίων αγγείων της εγκύου μπορεί να προσδιοριστεί ο κίνδυνος εμφάνισης υπερτασικής νόσου και ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης του εμβρύου. Σε περίπτωση που ο κίνδυνος είναι υψηλός ακολουθεί εντατικότερος έλεγχος και παρακολούθηση της εγκυμοσύνης προκειμένου να εξασφαλιστεί η έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα.
Οποιοδήποτε χρονικό σημείο στο δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης:
Μέσω του προσδιορισμού δύο παραγόντων στο αίμα της εγκύου (SFLT-1/PLGF) μπορούν να προσδιοριστούν οι έγκυες εκείνες, οι οποίες, παρά την υποψία εμφάνισης προεκλαμψίας, με μεγάλη σιγουριά δεν θα εμφανίσουν την ασθένεια στις επόμενες δύο έως τέσσερις εβδομάδες. Ως εκ τούτου δεν χρειάζονται νοσηλεία.
Μύθοι και αλήθειες
Η μεγάλη μείωση του αλατιού στην εγκυμοσύνη δεν προλαμβάνει την προεκλαμψία και, όταν γίνεται χωρίς ιατρική οδηγία, μπορεί να είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος υπέρτασης κύησης, προεκλαμψίας και οιδημάτων δεν μειώνεται απλώς με την κατανάλωση λιγότερου αλατιού.
Η προληπτική λήψη ασπιρίνης, όταν υπάρχει ένδειξη, είναι πιο αποτελεσματική όταν ξεκινά πριν από τη 16η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και πάντα με οδηγία γιατρού. Η προεκλαμψία δεν σημαίνει απαραίτητα καισαρική τομή. Ο τρόπος τοκετού αποφασίζεται ανάλογα με την κατάσταση της μητέρας και του εμβρύου. Στην εμφάνιση της προεκλαμψίας μπορεί να συμβάλλουν γενετικοί παράγοντες τόσο από τη μητέρα όσο και από τον πατέρα.
της Γερμανικής Εταιρείας Μαιευτικής και Γυναικολογίας